Με χαλασμένο το πρόσωπο η γενιά μου

προσπάθησα να μπω στο μυαλό του Πάουντ
μπήκα κι έχασα το δικό μου

όταν τον άκουσα να λέει πως
η ποίηση πρέπει να αγνοεί επιδεικτικά τις συμπάθειές της
προπάντων αυτές, μου λέει
κι όσο για τις αντιπάθειες
να κλαις που δεν υπάρχουν καν για να τις προσπεράσεις

άκου τι μου είπε
το έργο δεν πρέπει απλά να διαχωρίζεται από το δημιουργό
το έργο πρέπει να μισεί το δημιουργό του
κι οι δρόμοι που οφείλεις να πάρεις είναι μπλεγμένοι από άντερα προβάτου

έλεγε έλεγε πως
πρέπει να έρθει η στιγμή που θα διαβάσεις το ποίημά σου
και θα σε κάνει να δώσεις συγχαρητήρια σε αυτόν που το έγραψε

άκου τι μου είπε
η ποίηση είναι ο χρόνος που ξεμένει από μπαταρία
και το τικ-τακ αργόσυρτο
τραβιέται με ηχώ
κι ο χρόνος πυκνώνει
γίνεται ατέλειωτος
έτσι που μοιάζει σαν την πρώτη μέρα στη δουλειά
σε μια δουλειά που δε θέλησες να έχεις
όντας για πάντα άεργος
όντας αιώνιος σπουδαστής που μελετάει
το μείζων ζήτημα του σηκώματος της τρίχας

έλεγε έλεγε πως
ο λόγος ο ορθός είναι ο νέος τρόμος
ο ακέραιος εαυτός η νέα φυλακή
ο προσδιορισμός ο απόλυτος περιορισμός
κι ο διάλογος η νέα καταδίκη

έλεγε έλεγε πως
η αγαθοσύνη του συνθήματος που ξεφωνίζει ότι
«η επανάσταση είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη»
πρέπει επιτέλους να τελειώσει
γιατί η μνήμη πρέπει να γίνει λήθη
να χάσει όλα της τα δεδομένα
να διασχίσει το βούρκο της ατέλειωτης πληροφορίας
να περάσει απέναντι με τη σχεδία
και να γίνει ουσία και συναίσθηση
μια ακλόνητη πεποίθηση κι όχι ισχυρισμός
μια πράξη που δε νοιάζεται για άλλοθι
ούτε και για πειστήρια
ούτε για την πειθώ

κι ας μου κάνει το σύννεφο γκριμάτσα να σταματήσω
τα πράγματα αυτά πρέπει να ειπωθούν
κι ας γίνει φασαρία στον Όλυμπο
έλεγε έλεγε πως
τον όρκο σιωπής τον πήρα
γιατί μια νύχτα άκουσα την πρώτη αστραπή να πέφτει
και πέφτοντας να λέει στη βροχή «εδώ να πέσεις»
γιατί μια νύχτα άκουσα το κούτσουρο μες στη φωτιά να μουρμουρίζει ότι
«δεν ξέρω να γεννάω τη φωτιά μόνο να καταπίνω φλόγα ξέρω»
γιατί μια νύχτα είδα μέσα στα αποσιωπητικά να φυτρώνει η φράση
«η τέχνη δεν κρατάει κακία»

έλεγε έλεγε πως
η λέξη δεν είναι λέξη στην ουσία της
αλλά σιωπή που δεν τολμήθηκε
προαίσθηση ματαιωμένη
έρωτας που κατάγεται από το προξενιό

έλεγε έλεγε πως
αξίζει να απομακρυνθείς από τον βαρβαρικό όχλο
ξάπλωσε στο χορτάρι του Δεκέμβρη
κλείσε τα μάτια σου και εξασκήσου
νιώσε το σώμα σου μια λάβα να μπαίνει μες στα μάτια σου
νιώσε το σώμα σου να καίει το ίδιο σου το σώμα
προσπέρασε τον εαυτό σου κι άκου τον πώς ουρλιάζει να γυρίσεις πίσω
δες πώς είναι να ανήκεις στην τάξη που δεν έχεις
νιώσε το μίσος που αισθάνεται ο κέδρος για το κέρδος

νιώσε την αδιαφορία σου για τις ιδέες που θέλουν να αρέσουν
νιώσε την αδιαφορία σου για τις τέχνες που θέλουν να αρέσουν
νιώσε την αδιαφορία σου για τους ανθρώπους που φτιασιδώνονται

που αγαπούν επειδή τους συμφέρει
γιατί έχουν πιστέψει πως υπάρχει διαφορά ανάμεσα
στην ανδρική και τη γυναικεία κολόνια

μέχρι που στο τέλος μου ‘πε
για γύρνα να σε δω
ω νεαρέ
το πρόσωπό σου σκιάχτρο για τους ερωτευμένους

Σαμσών Ρακάς

http://toportatif.blogspot.gr/2014/12/blog-post_14.html

Paul_Gauguin_-_Washerwomen_-_Google_Art_Project

 

 

Advertisements